ἐξατμίζω

ἐξατμίζω
испаряюсь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ἐξατμίζω" в других словарях:

  • εξατμίζω — εξατμίζω, εξάτμισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξατμίζω — (AM ἐξατμίζω) [ατμίζω] 1. μετατρέπω υγρό σε ατμό, σε αεριώδη κατάσταση («τοῡ πυρὸς ἐξατμίσαντος ἐκ τῆς γῆς τὸ ὑγρόν», Αριστοτ.) νεοελλ. Ι. 1. ενεργώ ώστε από κλειστό σκεύος να βγει ο ατμός («εξάτμισε τη μηχανή») ΙΙ εξατμίζομαι 1. (για αφρό… …   Dictionary of Greek

  • εξατμίζω — εξάτμισα, εξατμίστηκα, εξατμισμένος, μτβ. 1. μεταβάλλω κάποιο υγρό σε ατμό ή αέριο, ατμοποιώ, αεροποιώ, εξανεμίζω. 2. ενεργώ ώστε από κλεισμένο σκεύος να βγει ο ατμός βραστού νερού: Εξάτμισε την ατμομηχανή. 3. μτφ., αφανίζω κάτι, το εξανεμίζω… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξατμίζῃ — ἐξατμίζω turn into vapour pres subj mp 2nd sg ἐξατμίζω turn into vapour pres ind mp 2nd sg ἐξατμίζω turn into vapour pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμίσει — ἐξατμίζω turn into vapour aor subj act 3rd sg (epic) ἐξατμίζω turn into vapour fut ind mid 2nd sg ἐξατμίζω turn into vapour fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμιζομένων — ἐξατμίζω turn into vapour pres part mp fem gen pl ἐξατμίζω turn into vapour pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμιζόμενον — ἐξατμίζω turn into vapour pres part mp masc acc sg ἐξατμίζω turn into vapour pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμιζόντων — ἐξατμίζω turn into vapour pres part act masc/neut gen pl ἐξατμίζω turn into vapour pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμισθέντα — ἐξατμίζω turn into vapour aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐξατμίζω turn into vapour aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμίζει — ἐξατμίζω turn into vapour pres ind mp 2nd sg ἐξατμίζω turn into vapour pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμίζον — ἐξατμίζω turn into vapour pres part act masc voc sg ἐξατμίζω turn into vapour pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»